άλιξ

ἄλιξ (-ικος), ο (Α)
1. χόνδρος από ρυζάλευρο
2. ζωμός ψαριού, ψαρόσουπα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογικής προελεύσεως. Πιθανότερη θεωρείται η ετυμολογική σύνδεση τής λ. με το ρ. ἀλῶ (-έω) «αλέθω». Ο σχηματισμός τού τ. ἄλιξ πιθ. να οφείλεται σε αναλογική επίδραση λ. όπως: ἕλιξ*, χόλιξ* «έντερα, εντόσθια» κ.λπ. Η συγγενής, σημασιολογικά και μορφολογικά, λατ. λ. alica είναι μάλλον δάνειο από την Ελληνική].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἇλιξ — ἇ̱λιξ , ἧλιξ of the same age masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήλιξ — ἧλιξ, δωρ. τ. ἇλιξ, και αιολ. τ. ἆλιξ. ό, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον άλλο, ο συνομήλικος 2. ως ουσ. σύντροφος, εταίρος 3. ίσος, όμοιος («ἐν ἅλικι χρόνῳ» σε ίσο χρόνο, Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *σFālıξ. To F διατηρείται στον… …   Dictionary of Greek

  • Αδελαΐδα — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Σύζυγος του βασιλιά της Ιταλίας Λοθάριου B’ (947 949) και έπειτα του αυτοκράτορα Όθωνα Α’ (951 973). Όταν πέθανε ο Όθων, άσκησε καθήκοντα αντιβασίλισσας έως την ενηλικίωση του γιου της Όθωνα Γ’ (983 993). Ακολούθως… …   Dictionary of Greek

  • Αλμπέρτα — Επαρχία (661.190 τ. χλμ., 3.064.200 κάτ. το 2001) του Καναδά, ΝΔ της χώρας. Συνορεύει στα Ν με τις ΗΠΑ, και συγκεκριμένα με την πολιτεία Μοντάνα. Περιοχή που αποικίστηκε σχετικά αργά, η σημερινή Α. εξερευνήθηκε γύρω στα μέσα του 18ου αι. και έναν …   Dictionary of Greek

  • al-5 (*hel-) —     al 5 (*hel )     English meaning: “to grind”     Deutsche Übersetzung: “mahlen, zermalmen”     Material: O.Ind. áṇu “ fine, thin, very small “ (*al nu ), Hindi and Bengali üṭ ü “ flour “ (below likewise; Kuhn KZ. 30, 355; different Specht …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.